Θέατρο Κωφών Ελλάδος: Άλλοι είναι οι κωφοί και άλλοι κωφεύουν

Ομολογώ πως δεν έχω βιώσει κάτι παρόμοιο. Δεν είχα παρακολουθήσει ξανά παράσταση του Θεάτρου Κωφών Ελλάδος και όταν βρέθηκα στην πρεμιέρα της παράστασης που ανέβασαν αρχές του 2017, «Το νησί των σκλάβων» του Μαριβώ, είχα μια αγωνία. Τι ακριβώς θα δω; Τι θα συναντήσω; Άραγε θα καταλάβω την παράσταση αν και δεν γνωρίζω νοηματική;
Ξεκίνησα για το Θέατρο. Στο κέντρο της Αθήνας μεν, σε μια πολυκατοικία δε. Γύρω γύρω σκοτεινά και απόμακρα. Δεν το φανταζόμουν έτσι. Μπαίνοντας στο κτίριο τίποτα δεν θύμιζε την κλασική αναμονή ενός θεάτρου. Κόσμος αρκετός, όλοι στο διάδρομο της πολυκατοικίας. Η ώρα έφθασε 21:00 ακριβώς. Άνοιξε η πόρτα και το σκηνικό ξεδιπλώθηκε μπροστά μας. Ένας χώρος διαμορφωμένος για τις ανάγκες της παράστασης με τις καρέκλες του και τα απαραίτητα σκηνικά. Όλα φτιαγμένα με μεράκι. Ήταν ξεκάθαρο. Αν δεν υπήρχε μεράκι και όρεξη κάτι παρόμοιο δεν θα μπορούσε να είναι πραγματικότητα.
Είχαμε πάρει τις θέσεις μας και περιμέναμε. Σβήνουν τα φώτα και η παράσταση ξεκινά. Δύο κωφοί ηθοποιοί βρίσκονται στη σκηνή και το έργο ξετυλίγεται μπροστά μας. Δεν καταλαβαίνουμε τίποτα. Προσπαθούμε όμως για να βγάλουμε το νόημα. Αστραπιαίες σκέψεις περνούν από το μυαλό αν όλη η παράσταση θα είναι έτσι ή αν θα έχει και διερμηνεία. Από τα ηχεία όμως δεν ακούγεται τίποτα.
Λίγα λεπτά μετά, δύο νέοι ηθοποιοί στο χώρο. Η ίδια σκηνή με ακούοντες ηθοποιούς. Όλα ήταν ξεκάθαρα πλέον. Και το ενδιαφέρον από την αρχή αμείωτο. Όχι τόσο για το έργο, όσο για την ερμηνεία τους, τις παραστάσεις τους, την κινητικότητά τους, τη γλώσσα τους, τη συνεργασία τους και πόσα ακόμη στοιχεία άγνωστα για εμάς τους ακούοντες.
Η παράσταση τελείωσε και είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε με τους συντελεστές της. Εντύπωση, θετική, μας προκάλεσε το πόσο ομιλητικοί ήταν οι κωφοί ηθοποιοί. Μας μίλησαν για τα πάντα. Γνωρίσαμε πολλά για την νοηματική, τη ζωή των κωφών, το Θέατρο κ.α. Βέβαια η διερμηνέας Σοφία Ρομπόλη δεν προλάβαινε ούτε νερό να πιει. Η διερμηνεία ήταν απαραίτητη είτε μιλούσαν οι κωφοί ηθοποιοί προς τους ακούοντες, είτε μιλούσαμε εμείς προς εκείνους.

Το Θέατρο Κωφών Ελλάδος μετρά 33 χρόνια ζωής

Το Θέατρο Κωφών Ελλάδος ιδρύθηκε το 1983, με πρωτοβουλία του Στρατή και της Νέλλης Καρρά. Τα πρώτα δέκα χρόνια λειτουργίας του φιλοξενούνταν σε διάφορες θεατρικές σκηνές της Αθήνας. Το 1994 απόκτησε μόνιμη στέγη, στον πρώτο όροφο μιας ιδιαίτερης πολυκατοικίας στην πλατεία Κουμουνδούρου, η οποία μεταξύ άλλων στεγάζει βιομηχανίες υφασμάτων, χαρτικών, αποθήκες κινέζικων ρούχων, τον σύλλογο μεταναστών από το Μπαγκλαντές, εργαστήριο φωτογραφίας, διαμερίσματα και τέλος το Θέατρο Κωφών Ελλάδος.
Στόχος του ΘΚΕ είναι αρχικά η διάδοση της νοηματικής γλώσσας. Επίσης η σχέση νοηματικής και ομιλουμένης γλώσσας και τέλος η ενσωμάτωση κωφών και ακουόντων καλλιτεχνών.

Ο Απόστολος Γιαννόπουλος, Κωφός ηθοποιός και ιδρυτικό μέλος του Θεάτρου Κωφών Ελλάδος μας εξιστορεί όλα τα στάδια που πέρασε το θέατρο από το 1983. Αν βρήκαν υποστήριξη και τι προβλήματα αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν ακόμη και σήμερα.
Αρχικά ήταν μια ομάδα κωφών που έκαναν σκετς μεταξύ τους. Δεν γνώριζαν τίποτα από θέατρο. Χάρη στη Νέλλη Καρρά ξεκίνησαν. Είχε πρωτοέρθει στην Ελλάδα με τον άντρα της Στρατή Καρρά και έψαχνε μια ομάδα για να κάνει σωματικό θέατρο κλπ. Καθώς στην Αμερική η ίδια έκανε θέατρο κωφών για να μπορέσει να εμπλουτίσει τα εκφραστικά μέσα των ακουόντων μαθητών της. Το 1983 προς 1984 ξεκίνησαν να έχουν ένα χώρο στο Ίδρυμα Κωφών. «Κάναμε πρόβες. Δεν ξέραμε πώς να οργανώσουμε την κατάσταση. Ήμασταν υπό την αιγίδα της Ομοσπονδίας Κωφών όπου εκεί μας δόθηκε η ευκαιρία να βγούμε στο εξωτερικό. Το πρώτο έργο που κάναμε ήταν «Ο ποντικός και η θυγατέρα». Δεν ξέραμε τίποτα. Αρχίσαμε να κάνουμε ταξίδια στο εξωτερικό, πάντα με τη Νέλλη Καρρά για να δούμε τι γίνεται εκεί. Εκεί είδαμε ότι είναι πιο μπροστά τα πράγματα. Υπήρχε θέατρο κωφών. Έκαναν παραστάσεις με ξένους κωφούς», μας αφηγείται. Είχαν κάνει παραστάσεις στο εξωτερικό – στη Δανία, Φινλανδία, Αμερική, Ισπανία – ερχόμενοι εδώ έκαναν την πρώτη παράσταση που πλημμύρισε από κόσμο, περίπου 700 – 800 άτομα, τότε.
Και συνέχισε λέγοντας πως υποστήριξη βρήκαν από την Μελίνα Μερκούρη, η οποία δυστυχώς έφυγε από τη ζωή πριν προλάβει να ολοκληρωθεί το εγχείρημα. «Συναντήσαμε ως Υπουργό Πολιτισμού την Μελίνα Μερκούρη η οποία ήταν πάρα πολύ θετική απέναντι μας. Αποφάσισε να μας δώσει ένα χώρο καθώς είχε πάρα πολλά κτίρια το Υπουργείο Πολιτισμού – και ακόμη έχει – ανεκμετάλλευτα. Βέβαια αρρώστησε έφυγε από τη ζωή και δεν πρόλαβαν να γίνουν αυτά γι’ αυτό και στεγαζόμαστε ακόμη εδώ. Η Ομοσπονδία μας βοήθησε μέχρι το 1994 όπου κάναμε το δικό μας καταστατικό και το 1994 έγινε το πρώτο θέατρο κωφών Ελλάδος που είναι μέχρι σήμερα και βέβαια πληρώνουμε».

Παραμένει χωρίς στέγη

Ο Απόστολος Γιαννόπουλος συνεχίζει την αφήγηση και μας εξηγεί με λύπη ότι δεν έχει δοθεί καμία επιχορήγηση από το κράτος για το Θέατρο Κωφών. «Υπάρχουμε 33 χρόνια. Δεν υπάρχει στέγη και καμία επιχορήγηση. Παλεύουμε μόνοι μας και όλα τα κτίρια που έχουμε και είναι ανεκμετάλλευτα, τα έχουμε ζητήσει και από την ΚΕΔ και από το Δήμο και από το Υπουργείο αλλά δεν έχει δοθεί κάτι», μας λέει.
«Φτιάξαμε μόνοι μας όλα αυτά που βλέπετε εδώ και προσπαθούμε ακόμη να τα κάνουμε μόνοι μας καθώς δεν υπάρχουν χώροι. Δεν είναι θέατρο. Είναι ακατάλληλοι χώροι. Το γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά. Φαντάσου ότι κι εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε προσβασιμότητα ελεύθερη εδώ. Θα θέλαμε να έχουμε ένα ξύλινο πάτωμα για να μπορούμε να αισθανόμαστε τους ήχους καλύτερα, να κατανοούμε τη μουσική καλύτερα, να έχουμε ειδικές καρέκλες με δόνηση για να καταλάβουν τη μουσική και οι κωφοί θεατές. Σκέψου ότι δεν έχουμε ασφάλεια. Γιατί εδώ είναι μια πολύ επικίνδυνη περιοχή και υπάρχουν παιδιά που θέλουν να έρθουν και όταν τους λέμε που βρίσκεται, οι γονείς είναι φοβισμένοι και με το δίκιο τους. Έχουμε παλέψει πολλά χρόνια και με τη Νέα Γενιά και με το Υπουργείο Πολιτισμού αλλά δυστυχώς δεν είχε γίνει τίποτα. Είμαστε στα μονίμως επιχορηγούμενα Θέατρα με την απόφαση του Βενιζέλου αλλά αυτή κράτησε για ένα χρόνο μόνο. Έπεσε η απόφαση. Γενικότερα οι προσπάθειες που έχουν γίνει για να γίνει συντονισμένο με το κράτος είναι πολλές αλλά…..».
Στην ερώτησή μας αν θα πήγαιναν και εκτός Αττικής σε περίπτωση που βρισκόταν διαθέσιμο κτίριο, η απάντηση ήταν ειλικρινής. «Για εσάς τους ακούοντες είναι πιο εύκολο. Η πλειοψηφία των κωφών είναι εδώ. Το κέντρο έχει την επικοινωνία. Τα χωριά όχι».

Η συνεργασία κωφών και ακουόντων ηθοποιών

Τα τελευταία χρόνια οι παραστάσεις του Θ.Κ.Ε απαρτίζονται από κωφούς και ακούοντες ηθοποιούς που μοιράζονται επί σκηνής τους ίδιους ρόλους και τους ερμηνεύουν σε μια ιδιαίτερη φόρμα διπλής διανομής. Μια οπτικοακουστική εμπειρία που ξεπερνά διαχωρισμούς και προκαταλήψεις.

Βέβαια οι πρόβες δεν διαρκούν το ίδιο για ακούοντες και κωφούς ηθοποιούς. Οι κωφοί ξεκινούν μήνες νωρίτερα να δουλεύουν το κείμενο και στην πορεία ενσωματώνονται οι ακούοντες ηθοποιοί. Συγκεκριμένα για την παράσταση αυτή, οι ακούοντες ηθοποιοί ενσωματώθηκαν μόλις πέντε μήνες πριν την έναρξη των παραστάσεων.

Ο Ονησίφορος Ονησιφόρου περιγράφοντας την πρώτη του εμπειρία στο Θέατρο Κωφών Ελλάδος, χαρακτήρισε τη συνεργασία με τους κωφούς ηθοποιούς πανεύκολη και μας εξήγησε ότι πριν μπει στη σχολή δεν γνώριζε για το Θέατρο Κωφών. Τόνισε δε, ότι το θέατρο κωφών δίνει ευκαιρίες. Από τη μια στους ακούοντες για να φωτίσουν τη γλώσσα που μιλάνε. Από την άλλη στους κωφούς ενισχύει τον αγώνα της αναγνώρισης της νοηματικής γλώσσα. Σημαντικότατος όμως είναι και ο εκπαιδευτικός χαρακτήρας του Θεάτρου Κωφών.

«Κάθε χρόνο έρχονται διαφορετικοί ηθοποιοί και πλαισιώνουν την παράσταση και κανένας δεν ξέρει τη νοηματική. Αυτό είναι το θεαματικό. Έρχονται και «κουμπώνουν» με τους κωφούς σε πέντε μήνες. Οι περισσότεροι ξέρουν τι είναι το θέατρο κωφών. Έχουν δει παραστάσεις», μας εξηγεί η Σοφία Ρομπόλη.

«Μιλάω ως γονιός κωφού παιδιού», μας εξηγεί η Φωτεινή Ταχά, κωφή ηθοποιός. «Πάρα πολλοί γονείς δεν θέλουν την νοηματική. Πάρα πολλές φορές οι γονείς πιστεύουν ότι η νοηματική κάνει τα παιδιά να χάσουν πολλά πράγματα από την εκπαίδευση. Για μας το σχολείο κωφών είναι μια δίγλωσση εκπαίδευση που πρέπει να γίνεται και η νοηματική που είναι η φυσική του γλώσσα να ταυτίζεται και με την προφορική. Το να αρχίζεις να βάζεις το παιδί στη ζωή ακουόντων χωρίς να ξέρει που πηγαίνει; Μπορεί να ξέρει να διαβάσει, να ξέρει να προφορίσει αλλά θα πρέπει ξέρει τι σημαίνουν κι όλα αυτά. Τι σημαίνουν αυτές οι έννοιες. Να υπάρχει η ταυτότητα. Η προσωπικότητα του ποιος είσαι και μετά να νοηματίζεις αλλά και να μιλάς. Αυτό που πραγματικά νοηματίζεις. Στα σχολεία κωφών υπάρχει εκπαίδευση και πρέπει να αρχίζουμε από αυτό. Από τη φυσική γλώσσα».

Πολλές φορές οι γονείς πιστεύουν ότι η νοηματική κάνει τα παιδιά να χάσουν πολλά πράγματα από την εκπαίδευση.

Η Μάρθα Μπάμπη είναι από το 2011 ηθοποιός Θεάτρου Κωφών. Τελείωσε το σχολείο στο ίδρυμα κωφών. «Τότε οι δάσκαλοι μας ήταν ακούοντες που δεν ήξεραν νοηματική και δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς έλεγε το μάθημα. Παπαγάλιζα μόνο. Περίπου στην Γ’ Δημοτικού είχα δασκάλα κωφή κι εκεί τα μάτια μου άνοιξαν. Εκεί κατάλαβα τα πάντα. Άρχισα να γράφω ελληνικά. Το συντακτικό της ομιλουμένης στα ελληνικά είναι διαφορετικό από το συντακτικό της νοηματικής. Άρχισα να ξεχωρίζω τις δύο γλώσσες και να καταλαβαίνω ποια είναι η διαφοροποίηση και φυσικά μετά μπήκα στη σχολή ακουόντων. Ο μπαμπάς μου έλεγε ΟΚ μπορείς να νοηματίσεις να έχεις τη δική σου ταυτότητα και νομίζω ότι εξαρτάται τι εκπαίδευση λαμβάνει ο καθένας, γιατί πρέπει και να αντιμετωπίσεις την ευρύτερη κοινότητα των ακουόντων, πρέπει να μιλάς, να μάθεις να γράφεις αλλά να έχεις και τη δική σου ταυτότητα στη δική σου κοινότητα. Έτσι είσαι δίγλωσσος».

Οι γονείς του Πάνου Κατσή είναι κωφοί και ο ίδιος είναι δάσκαλος της νοηματικής γλώσσας. «Στη Σουηδία ψυχολόγοι και διάφοροι ειδικοί λένε ότι αν ένας κωφός μεγαλώσει στην κοινωνία των ακουόντων μόνο και δεν ξέρει καθόλου νοηματική παρά μόνο προφορίζει προσπαθεί να μοιάσει στην κοινότητα των ακουόντων και να μοιάσει σε ένα πρότυπο ακούοντα. Μαθαίνουμε λοιπόν για τους κωφούς που μεγάλωσαν και κοινότητα κωφών. Που έχουν σχέση, που κάνουν οικογένεια. Κοινωνική ανάπτυξη στην κοινότητά τους. Είναι ανεξάρτητοι, αντιμετωπίζουν τη ζωή, πηγαίνουν διακοπές. Οι άνθρωποι οι οποίοι βρίσκονται κυρίως στο μέσο στάδιο και δεν ξέρουν που βρίσκεται η ταυτότητά τους είναι δύσκολο γιατί ενώ έχουν πάρα πολλά πράγματα να διαβάσουν δεν μπορούν να εντοπίσουν πράγματα μέσα στην κοινωνία. Και παραμένουν ακόμη στην κοινωνική ενσωμάτωση λίγο πίσω. Πιστεύω πως ναι, εδώ γίνεται κοινωνική ενσωμάτωση (στο θέατρο). Προσπαθούμε να ενσωματώσουμε ακούοντες με κωφούς καθαρά περισσότερο για τη νοηματική. Θα μπορούσε να υπάρχει μια ομάδα ακουόντων για παράδειγμα και να έχει ένα σκοπό. Αυτό δεν νομίζουμε ότι θα ήταν αρκετό για εμάς. Μας ενδιαφέρει να είμαστε μια ομάδα, να φαίνεται η νοηματική ως γλώσσα και να φαίνεται αυτή η μέθοδος έκφρασης που υπάρχει και να στηρίζεται και με λόγια».

Το βλέμμα είναι που δημιουργεί την επαφή του ενός με τον άλλο και που χτίζει τον χαρακτήρα του ρόλου μας

Ο Κώστας Μητσιόπουλος είναι πιο φρέσκος στην παράσταση. «Γεννήθηκα ακούων και μετά από κάποιους μήνες έπαθα μια ασθένεια και μεγάλωσα ως βαρήκοος. Όμως μεγαλώνοντας η ακοή μου έπεσε κι άλλο κι έτσι είμαι κωφός. Μεγάλωσα σε δημοτικό και σε γυμνάσιο ακουόντων. Δεν ήξερα για το θέατρο, δεν ήξερα για τους κωφούς. Πρώτη φορά μπήκα σε γυμνάσιο κωφών στην Αργυρούπολη και έμαθα για το θέατρο. Έτσι ήθελα να συμμετέχω. Δεν ήξερα ούτε καν νοηματική. Είχα μάθει μόνο να προφορίζω. Και έκανα πολλά λάθη βέβαια. Οι καθηγητές δεν ήξεραν νοηματική και μας προφόριζαν περισσότερο και όταν πήγα στο θέατρο έκανα κάποια πράγματα που δε με τράβαγαν πάρα πολύ σα γλώσσα, δεν είχα συγκέντρωση, ήταν λίγο περίεργα τα πράγματα που μας έδιναν εκεί στην Αργυρούπολη. Δεν ήξερα το κείμενο τι σήμαινε. Τι μπορούσε να δώσει αυτό. Σταμάτησα το θέατρο στην Αργυρούπολη λοιπόν και μετά κάποια στιγμή αποφάσισα να συμμετάσχω πάλι. Έλεγα τι να κάνω τώρα. Ας το κάνω κι ας είναι και πρόχειρο. Ο τρόπος της κίνησης ενδιέφερε κάποιους φίλους μου και μου έλεγαν ότι είσαι πάρα πολύ καλός να κάνεις αστεία, να κάνεις πλάκες και είπα άντε ας έρθω στο θέατρο κωφών. Άρχισα πριν από λίγους μήνες, το καλοκαίρι και νιώθω τώρα ότι η νοηματική μέσα μου θέλω να εκφράσω κάποια πράγματα μέσα από το χρώμα ήταν πολύ δύσκολο αυτό. Νιώθω ελεύθερος γιατί μπορώ και να προφορίζω εύκολα και να νοηματίζω γιατί οι γονείς μου είναι ακούοντες, μεγάλωσα σε χώρο ακουόντων. Είμαι ο μόνος κωφός στην οικογένεια και η σχέση μου είναι κωφή η αρραβωνιαστικιά μου. Εδώ στο θέατρο είναι πολύ μεγάλη διαφορά από τους ακούοντες και τους κωφούς. Νοηματίζουμε έκφραση στο σώμα μας, στο πρόσωπό μας κι άλλοι προφορίζουν με τη φωνή τους που μπορεί να έχουν μια βαριά φωνή, λεπτή φωνή και το χρώμα βγαίνει μέσα από το λαιμό τους. Γίνεται αυτή η ενσωμάτωση και καταλαβαίνω ότι δεν υπάρχει διαφορά. Είμαστε ακριβώς το ίδιο. Μια εικόνα μια φωνή και απλά κάποιοι που κάνουν νοηματική».

Το λόγο παίρνει η Ευανθία, μέλος του θεάτρου κωφών εδώ και 12 χρόνια πρώην ηθοποιός: «Γενικά, αυτό που θέλω να πω είναι ότι μεγάλωσα σε σχολείο ακουόντων και θυμάμαι πάντα να μου λένε οι γονείς μου παραμύθια. Διάβαζα βιβλία εξωσχολικά και μου λέγανε κάποια πράγματα. Όταν ήρθα στο θέατρο κωφών είδα τις ελλείψεις στην εκπαίδευση. Η εκπαίδευση στο σχολείο κωφών είναι λίγο πίσω από την εκπαίδευση στο σχολείο ακουόντων. Ειδικά στο παρελθόν οι δάσκαλοι και καθηγητές δεν χρησιμοποίησαν τη νοηματική και χρησιμοποίησαν μόνο τον προφορικό λόγο για να διδάξουν τα κωφά παιδιά. Όπου τα κωφά παιδιά δεν είχαν την προσήλωση μια, δυο, τρεις ώρες να κοιτάνε ένα στόμα. Καταλαβαίνετε ότι πολλά πράγματα γινόντουσαν μόνο στο σπίτι και οι γονείς δεν διάβασαν ποτέ παραμύθια στα παιδιά τους. Πώς να τους το πούνε. Σε ποια γλώσσα και συνήθως πάνε στο κάνε ότι θες παιδί μου. Γεννήθηκε κωφή. Ήταν μια επιλογή. Έχουν την επιλογή οι γονείς να πάνε σε σχολείο ακουόντων με παράλληλη στήριξη ή φροντιστηριακή. Τότε δεν υπήρχε παράλληλη στήριξη. Φροντιστηριακή απόγευμα στο σπίτι. Οι γονείς δίνουν πολλά χρήματα για να κάνουν τα παιδιά μαθήματα. Νομίζω είμαι πολύ τυχερή που άρχισε να καταλαβαίνει ο καθένας τι σημαίνει λογοθεραπεία, τι σημαίνει να προσαρμόσουν το πρόγραμμα. Γιατί από την ομοσπονδία το θέατρο, διάφορους φορείς είναι αυτό που λέμε να έχει το παιδί τη φυσική του γλώσσα που είναι η νοηματική, βεβαίως και η προφορική παράλληλα θα πρέπει να διδάσκεται. Θέλω να συνδεθώ με αυτό που είπε ο Κώστας για τα παραμύθια και για το χώρο που πρέπει να λειτουργεί από το πρωί ως το βράδυ. Είναι σημαντικό ένας άνθρωπος όπως εμείς να βλέπει παραμύθια να ακούει παραμύθια. Μέσα από τα παραμύθια συνδέθηκα κι εγώ η ίδια με τον εαυτό μου και κατάλαβα τι σημαίνει κοινωνία. Δεν ξέρουν τα παραμύθια και δεν ξέρουν πώς να λειτουργήσουν. Όπως τα μαθαίνουμε μέσα από τα ζωάκια. Είναι πιο εύκολο. Γίνεται μια ταύτιση με τα ζωάκια, με τα παραμύθια και καταλαβαίνεις πράγματα για τον εαυτό σου. Λείπουν ακουστικά ερεθίσματα συνήθως για παράδειγμα, για εσάς τους ακούοντες να μιλήσετε να συντονιστείτε ένας κωφός μπορεί να τσακωθεί και να φύγει, να σου γυρίσει την πλάτη».

«Πέρα από το ομαδικά, είναι κάτι στο οποίο δεν ήρθες εσύ να παίξεις μόνος σου, ήρθες να δουλέψεις με κάποιον άλλο άνθρωπο, να συνεργαστείς μαζί του, να φέρεις το «εγώ» σου πολύ πιο πίσω, να συγχρονιστείς και να έχεις πάντα μαζί σου όπως λέει ο Βασίλης «έναν σύμμαχο», μας το λέει και στο έργο ότι πάντα έχετε έναν σύμμαχο αλλά ισχύει και κυριολεκτικά σαν ηθοποιοί … Γιατί μαζί του επικοινωνείς, μαζί του ανακαλύπτεις μια καινούρια γλώσσα το οποίο είναι από τις πιο ολοκληρωτικές εμπειρίες που είχα μέχρι τώρα», μας εξηγεί ο Ιάσων Bitter Κουρούνης.

Η Βασιλική Σουρή μας απαντά στην ερώτησή μας, αν υπάρχει πάντα η ανάγκη να βρίσκεται σε οπτική επαφή με τους κωφούς ηθοποιούς για να ατακάρει ή αν είναι θέμα προβας. «Η οπτική επαφή είναι πολύ σημαντική και αυτό είναι ένα πράγμα που τονίζει πολύ ο Βασίλης, καθώς μπαίνουμε σε μία θέση που πρέπει να κάνουμε τους μάγους, όπου πρέπει να χρονιζόμαστε χωρίς να κοιτάμε. Εφόσον υπάρχει η συνθήκη ότι έχουμε διπλές διανομές, οι ρόλοι είναι παράλληλοι και διαχειριζόμαστε τις ίδιες καταστάσεις, πολύ ανοιχτά έχουμε το δικαίωμα να γυρνάμε και να κοιτάμε. Το βλέμμα είναι που δημιουργεί την επαφή του ενός με τον άλλο και που χτίζει τον χαρακτήρα του ρόλου μας. Για παράδειγμα κατά τη διάρκεια των προβών εγώ με την Φωτεινή είμαι πολύ παρατηρητική και προσπαθώ να πάρω από εκείνη πράγματα τα οποία εγώ η ίδια δεν έχω σκεφτεί για το τί πρέπει να έχει ο χαρακτήρας και ο ρόλος…Το ίδιο θα συμβεί κι από τη δική της πλευρά».

Για τη Χριστίνα Ροκαδάκη δεν ήταν η πρώτη φορά που έχει δουλέψει με το Θέατρο Κωφών. «Έχω συνεργαστεί όταν «δίναμε» στα παιδιά τη φωνή μας. Μια πολύ ενδιαφέρουσα διαδικασία και η πρώτη μου δουλειά μετά τη σχολή. Διαφορετική διαδικασία από τη τωρινή που το έργο είναι διαλογικό και έχεις τον κωφό παρτενέρ σου. Για πάρα πολύ καιρό δεν διανοούμουν να κινήσω τα χέρια μου για να μιλήσω με τα παιδιά, μου αρκούσε που κάπως προφόριζαν και καταλάβαινα τι έλεγαν και εγώ χρησιμοποιούσα κάποια νοήματα. Από ένα σημείο και μετά κατάλαβα και κάποιοι μου έδειξαν ότι είναι καλό να αρχίσω να ανακαλύπτω τη γλώσσα. Απλώς το καταθέτω σαν δυσκολία. Ερχόμουν κάθε μέρα σε επαφή με τα παιδιά και δεν είχα μπει καν στη διαδικασία να μάθω κάποια στοιχεία της γλώσσας τους, οπότε φανταστείτε πόσο εύκολο είναι για τους έξω ανθρώπους που δεν έχουν καμία επαφή να γυρίσουν και να πουν «εντάξει με αυτό τον άνθρωπο δεν πρόκειται να μιλήσω», το λέω αναφορικά με το τι αντιμετωπίζουν και οι δύο μεριές και πως χάνεται η ευκαιρία για επικοινωνία».

Η Σοφία Καρρά μας εκμυστηρεύτηκε ότι ξέρει το θέατρο Κωφών από όταν ήταν στην κοιλιά της μαμά της. Νοηματική όμως δεν γνωρίζει. «Με τα παιδιά μαθαίνω. Είναι και ωραίο και εύκολο με έναν τρόπο. Επικοινωνείς με έναν καινούργιο άνθρωπο. Ανακαλύπτεις καινούργια πράγματα. Πρώτη παράσταση επαγγελματική εθελοντική. Γενικά το θέατρο είναι εθελοντική εργασία».

Με τη ματιά του Σκηνοθέτη

Ο σκηνοθέτης της παράστασης Βασίλης Βηλαράς μας εξηγεί ότι είναι η 5η συνεργασία του με το θέατρο Κωφών. «Ξεκινήσαμε το 2010 με σκοπό να κάνουμε μια παράσταση η οποία δεν έγινε ποτέ γιατί δε μπορούσαμε να συνεννοηθούμε σε βασικά πράγματα (εννοώ όχι γλωσσικά)… Είναι θέμα κουλτούρας, δηλαδή εγώ μόλις είχα τελειώσει τη σχολή αντιλαμβανόμουν εντελώς διαφορετικά το τι σημαίνει ανεβάζουμε μια παράσταση και εδώ πέρα τα παιδιά είχαν εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση. Κανενός δεν είναι καλύτερη ή χειρότερη, ήταν απλά διαφορετική και μας πήρε ένα χρόνο περίπου να συντονιστούμε στο πώς θα φέρουμε τα standards μας στο ίδιο επίπεδο για να μπορέσουμε να την κάνουμε. Η πρώτη χρονιά δηλαδή έφυγε προσπαθώντας να βρούμε τα ίσα μας».

[P]: Γιατί αυτό το έργο;
Β.Β.: Θέλαμε να κάνουμε αμιγώς θεατρικό κείμενο. Παλιότερα τα διασκευάζαμε στις δικές μας ανάγκες. Έπρεπε να βρούμε ένα θεατρικό το οποίο να ταιριάζει στους ρόλους τόσοι κωφοί τόσοι ρόλοι. Η έκταση του κειμένου να είναι διαχειρίσιμη από όλους. Κάθε κωφός έχει άλλη ικανότητα να αποστηθίσει κείμενο. Οπότε έπρεπε να βρούμε ένα κείμενο που να είναι μοιρασμένο. Να μην έχει ένας ένα κατεβατό κι άλλος τίποτα. Αυτό το κείμενο έχει αυτές τις προδιαγραφές σε πρώτη φάση. Κι από κει και πέρα είναι το ζήτημα του και πως μπορεί να συντονιστεί.
Το ότι μιλάει για κοινωνική ανισότητα είναι ένα πράγμα το οποίο οι κωφοί βιώνουν από την ώρα μηδέν, πως μπορεί να σε υποτιμάει κάποιος, πως όταν σου δοθούν δικαιώματα δεν ξέρεις τι να τα κάνεις. Το ζήτημα με τη δραματική σχολή που δεν επιτρέπει και είναι βαρύ αλλά οκ αν σε έναν κωφό αύριο επιτραπεί να πάει σε μια δραματική σχολή θα χάσει τον μπούσουλα. Δε θα ξέρει τι να κάνει. Το ζήτημα δεν είναι το δικαίωμα είναι να ξέρεις και τι να τα κάνεις. Αυτό το έργο το έχει πάρα πολύ. Μετά έρχονται οι ακούοντες που τους ακουμπάει επίσης το έργο. Είναι καθολικότερο το ζήτημα της ανισότητας.
Είναι και η δύναμη του κλασικού έργου. Το ότι γράφτηκε πριν 300 χρόνια και σήμερα τους αφορά όλους.

[P]: Σκέφτηκες να τα παρατήσεις ποτέ;
Β.Β.: Όχι να τα παρατήσω και να πω τελείωσε σταματάω, όχι. Μια φορά έγινε την πρώτη χρονιά όταν ακόμη τα πράγματα ήταν στο αρχικό στάδιο κι ακόμη προσπαθούσα να καταλάβω τι γίνεται εδώ μέσα και μου φαινότανε too much το πράγμα να το διαχειριστώ. Από κει και πέρα δυσκολίες πάντα υπάρχουν εννοείται. Είτε δουλεύεις με κωφούς είτε με ακούoντες.

[P]: Από τη σημερινή παράσταση είσαι ικανοποιημένος;
Β.Β.: Ποτέ δεν είσαι τρομερά ικανοποιημένος γιατί ξέρεις πάντα προς τα που μπορεί να πάει το πράγμα. Αυτό είναι κάτι που ποτέ δε φαίνεται, δηλαδή στην καλύτερη παράσταση της φετινής χρονιάς θα πιστεύεις ότι πάντα θα μπορούσε να πάει και κάπου παρά πέρα. Γιατί εσύ το έχεις φτιάξει από την αρχή του, ξέρεις την κατασκευή του και που μπορεί να οδηγηθεί… Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν κάνουν οι ηθοποιοί που συμμετέχουν καλά τη δουλειά τους, είναι το «άγχος» που σε τροφοδοτεί να συνεχίσεις παρά πέρα και παρά πέρα… Αλλιώς κάναμε μια φορά την παράσταση και πάμε σπίτια μας.

«Πρέπει να φύγουμε για να προλάβουμε το μετρό», είπε ένας εκ των ηθοποιών και εκεί καταλάβαμε πως η ώρα ήταν περασμένη. Απορροφημένοι από τη συζήτηση, καθώς το ένα θέμα έφερνε το άλλο διαπιστώσαμε πως το ρολόι έδειχνε σχεδόν 01:30 το πρωί. Είπαμε πολλά και για την παράσταση, αλλά και για τη ζωή των κωφών. Διαπιστώσαμε πως ακόμη κι όταν τα φώτα της σκηνής σβήνουν αυτοί οι άνθρωποι συνεχίζουν να παλεύουν για να πετύχουν ίση μεταχείριση σε όλους τους τομείς αλλά και για να αναγνωριστεί η νοηματική γλώσσα από το κράτος. Αν δεν αναγνωριστεί, όλοι οι συσχετιζόμενοι με αυτήν κλάδοι παραμένουν μετέωροι και οι κωφοί νιώθουν «ξένοι» στην ίδια τους την πατρίδα. Όταν τα φώτα σβήνουν το Θ.Κ.Ε. συνεχίζει να αγωνίζεται για να βρει τα έσοδα για τα πάγια έξοδα του. Αξίζουν συγχαρητήρια σε όλους! Κλείνοντας σας παροτρύνουμε να παρακολουθήσετε τις παραστάσεις που ανεβάζει το Θ.Κ.Ε. Βιώνοντας αυτή την εμπειρία θα βοηθηθείτε και σε προσωπικό επίπεδο αλλά και θα βοηθήσετε τους ανθρώπους αυτούς να ασχολούνται με αυτό που αγαπούν δίνοντας επιπλέον κίνητρα σε όλους.

[wt-tip]FB: Θέατρο Κωφών Ελλάδος – Greek Deaf Theater
www.deaftheaterofgreece.com
[/wt-tip]